Σβήσαν τα φώτα κι απόψε στην πόλη
ο αέρας σφυρίζει βαρύς
και εγώ μέσα στο μπουντρούμι
μονάχος θα κλάψω ξανά

Για ό,τι χάσαμε
για ό,τι μας πήραν
για τα λόγια του κόσμου τα παχειά,
που για μας δεν έδωσαν βοήθεια καμιά.

Εμείς που τρέχουμε χρόνια τώρα
στη δουλειά στο νυχτοκάματο
μεροδούλι-μεροφάι
όλες οι πόρτες για μας
μείνανε ερμητικά κλειστές.

Ετσι είναι βλέπεις τι να γίνει!
Εύκολα μας πετάνε στους δρόμους
εύκολα μας δίνουν τα παπούτσια στο χέρι
εύκολα πολύ εύκολα μας ξεχνούν…

Κι όμως!
Η ίδια γής που απλώνεται
σαν κύμα ασημένιο
όνειρο θα μείνει
χαραγμένη στα μάτια μας βαθιά.

ΣΒΗΣΑΝ ΚΙ ΑΠΟΨΕ ΤΑ ΦΩΤΑ…